Omnipotent. Having unlimited or universal power, authority, or force; all-powerful. In the least, a trivial being.
"FofR is omnipotent"
από Paul-URBANDICTIONARY 10 Δεκέμβριος 2003

4 Words Related to FofR

Having the firmness of toothpaste. Flaccid. Impotent.
"That painting made me FofR so fast..."
από Michael Jackal 8 Ιούλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×