Top Definition
The 'loose' (usually sitting on a bed or coffee table) foil or tray that is already 'set' (already has a piece of heroin, etc, on it.)
Matias: "Can you pass that foiley?"
Ananda: " . . . That's my foiley. You already smoked all yours."
Matias: "That's bullshit."
από Cassandra Q 19 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×