Top Definition
To take a commonly accepted word, and add many unneccesary suffixes
Matt follisized when he used the words undefeatabilitiness, appreciatabilitynessity, and negatoritiblity in his SAT essay.
από Mr. Nesbitt 7 Νοέμβριος 2005
5 Words related to Follisize

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×