Top Definition
A random person of questionable intelligence; dolt or moron.

Etymology: Derived from Spanish word Fulano, a generic proper noun roughly translated as "what's his name."
We would've made it out with the goods if Foolano here hadn't tripped the security system.
από tomte 3 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×