Top Definition
As in to Ford someone, mainly a male. To give a male a blow job. Normaly, one Fords a male they have just met, or while intoxicated.
Girl 1: "What did you and that guy do last night?"
Girl 2: "Not much, I only Forded him"
από goldfishOHYEAH 17 Ιανουάριος 2011
1 more definition
To be an alcoholic. or to just get drunk or be drunk.
Lets get Forded tonight.
από LilTunechi90 13 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×