Top Definition
To be fossy, from the root word of 'fussy', is to be irritated in a joking manner.
Sara expressed her true fossyness when she tickled Chris for having eaten one of her cookies.

When one wishes to impose a playful frustration, verbally admitting one has become fossy or possess fossyness portrays a humorous irritability within that person.
από clark5722 28 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.