Top Definition
Not accomplishing a task due to frail stature. Failing because of frailness.
You lost balance and fell down the stairs, you are a frailure.
από AudreyJean 11 Οκτώβριος 2011
1 more definition
often injured due to stature or body type
Greg Oden is a classic example of frailure
από spoochgooch 31 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×