Top Definition
1) The level of how freaky, freaked out, or Freaking (Pimping) someone is, usually said like freakafied.

2) Energy created by adrenaline

<Plural/Other: freakatuded, freakafied>
1) Girl: That guy is freakafied.

2) Girl #1: ZOMG! I just won a million bucks!
Girl #2: You must have soooo much freakatude!

(FYI: I LOL'D at girl #1 and girl #2! LOL LOL LOL)
από Geo Freek 30 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×