Top Definition
The act of defecating in an open or public place without care or concern of onlookers. Most often done in a hurry and without wiping properly.
Those dirty wooks at the music festival wouldn't even wait in line for the port-a-potty. They were just free pooping all over the side of the mountain
#free #pooping #poop #public #outdoors
από TheSwayze 22 Αύγουστος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×