Top Definition
One who frequents Finagle a Bagel frequently. Defined by having a "frequent finagler" card.
John- "Do you know how much a bagel costs down at finagle?"
Max- "I don't know, ask Phil, he is a frequent finagler."
Phil- "About $3."
από Max E. 21 Ιανουάριος 2007
5 Words related to Frequent Finagler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×