Top Definition
A variation of eshays. Freshays combines fresh and eshays. Commonly used by lads, lass', the common bogan and such people as an expression of approval like awesome or yeah.
Esh lad: I just beat up a year 7 for his money!
AdlaY: FRESHAYS MARMALADE! LETS GO BUY DRUGS!
από Unheard Hero 19 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×