Top Definition
Derogatory term for a female concubine, or sexual slave, who is obliged to cook and clean for her master. Also see Bitch, definition 1 example 3.
James: Have you seen Charles's new fuckmaid? She's positively smashing!

Charles: Oi, fuckmaid! Make us a sandwich, and while you're at it, how bout a little head?
από opium 27 Νοέμβριος 2004
2 Words related to Fuckmaid

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×