Top Definition
The quality of flexibility and overall athleticism that makes someone good to fuck. Also, fucksible (adj.)
"Now I know why I'm sore after we have sex. That was a tough position to hold."

"Yeah, I was impressed by your athleticism."

"Thanks. Do you mean flexibility or endurance?"

"Both--and did you just say 'fucksibility'?"
από elavid 19 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.