Top Definition
To suffer from fuckwitage; being a total and utter fuckwit.
Noun: Fuckwitageness. Fuk-wit-age-nes
Brad: <Is drunk. Knocks things over. Curses anything that moves or shines.>
Sarah: <Talking to police Officer.> I'm sorry, he's suffering from fuckwitageness... <Shakes head.> He's been plagued by fuckwitage for so long...
από Sarah 3 Ιούλιος 2003
1 Word related to Fuckwitage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.