n. A tight ass hole, rectum, anus or pooper.
1. Yeah I fucked her tight little fudge box.
2. I emptied my fudge box, so you can give me a good reaming.
3. I ripped her a new fudge box.

από Andy Port 1 Νοέμβριος 2006
1. (in humans) The two fleshy protuberances forming the lower and back part of the trunk.

2. Booty.
Do these pants make my fudge-box look big?

I fell and landed on my fudge-box.
από Doctor Sardonicus 18 Απρίλιος 2009
Equivelent to the asshole.
I wonder if she'll let me put it in her fudgebox.
από SamSnug 15 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×