Top Definition
Noun. A very long explosion of shit, which goes all over the place.

verb. The act of fudge frenzying.
1. -"Yo! Did you eat those buritos at lunch yester day?"
- "Yeah Esse! I was up all night on the toilet having a fudge frenzy.
2. "Dude, I completely ruined my parents white couch when I fudge frenzied all over it.
από The Salty Dog 10 Απρίλιος 2008
5 Words related to Fudge Frenzy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×