Top Definition
Fukashima(ed)- when somthing is wrecked , damaged, broken or unrepairable to the point that it is doomed or no good anymore.
"Oh my god look at that school bus accident Shane. That was insane, all those kids got fukashima(ed)"
από Pdotvanisle 4 Οκτώβριος 2011
Having a melt down. Going crazy. Infuriated
"Shirley really went Fukashima after she screwed up that sale"
από jmzr 26 Σεπτέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.