Top Definition
Having qualities traditionally ascribed to fun, such as excitement or laughing.

Archaic: in a funly manner.
Tim: What about the funliness factor?

Theodore: The level of funliness will be matched only by the level of manliness at the party, so grab your steel mits and whiskey.
από Cool Brad 20 Φεβρουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.