Top Definition
To fondle/fool around with feline of any type.
Amber fustled with her grandma's cat.
από howuglyof you 26 Ιούνιος 2011
Noun; a tall thin asian kid.

-ish; Adjective; being like Fustle.
Let's hug Fustle!

Fustle smells fustlish...
από Funny Bunny 24 Νοέμβριος 2004
Future Universal Super Time Lost Empire
Wow can I only dream of a F.U.S.T.L.E
από Lolmeepmeep 21 Μάιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.