Top Definition
\ˈgag\ˈin\ˈfrit\

Adj.
Used to quantify willingness to perform oral sex.
"What did I tell you? Lucy's a bit of a firecracker."

"Mate, she was bloody gaggenfrit!"
από kht 11 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×