Top Definition
1. Undergoing a makeover process that became incredibly POPULAR after the demise of the Wicked Witch of the West.
2. Made to look pretty and perfect, sometimes at the expense of one's true feelings.
"You're Gorgeous!"
"Thank you, i've been galindafied!"
από Mason_is_the_bestest 13 Ιούνιος 2007
5 Words related to Galindafied

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×