Top Definition
A 60-month loan used to purchase a high-priced vehicle that you cannot afford and have no intention of paying off. The lien will likely end in repossession.
"Tyrone has a gangsta lien on that new Escalade, but he doesn't even have a steady job. I doubt he'll have it for long."
από Denali 21 Ιούνιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×