adj. having a sticky or dirty residue.
The sticker on the CD case left this ganky spot where he pulled it off.
από rolfsky 23 Ιούνιος 2003
A negative conotation used to express disgust or insult.
Man, Josh smells really ganky.

That is a ganky outfit.
από Timmah 26 Δεκέμβριος 2003
Old or funky looking.
Dude, those braclets are so ganky 'bra.
από Anonymous 16 Οκτώβριος 2003
Strange or otherwise not normal.
They have ganky habbit's
από Zach Hilliard 4 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×