Top Definition
Noun: A person who messes up a lot. Considered a failure in a skill or subject.

Verb: To mess up or fail.
"Oh my gosh, Kathy. You are such a garbinkle, you can't even get the pattern right!"

"I garbinkled so bad on my test, not even an exta credit assignment worth 20 point will get me an 'A'"
από KhDi 18 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.