Top Definition
To Gareth Bail, verb, means to skip on an event or leave a party, normally done by shlads with birds. Name taken from Tottenham and Wales winger Gareth Bale.
Tom is such a dick, he just Gareth Bailed on the pub tonight.
από kingkakuta 3 Μάιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×