pronounced "gyke'-ho" Intended as a pun derived from the popular insurance commercials. By definition, geichoe is a female of loose virtue or promiscuity (a slut or hoe). A woman "so easy, a caveman could do her."
action is "geichoing"
She comes at me like she wants a boyfriend, but that bitch been a geichoe since birth.
από gravity5 5 Μάρτιος 2007

6 Words Related to Geichoe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×