Top Definition
A fragile young lady, one who would break down at the slightest harassment.
"I got so angry I picked up a dish and threw it at the geshinker."
από I wish I was Bernal 9 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Geshinker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.