A person who suffers from a severe lack of sex despite being in a committed relationship.
"After being married for 14 years, I am now a practicing Getnosexual."
από Park Dad 24 Φεβρουάριος 2010
A person who fails to fit in any other sexual category! or just carnt get any sex!
homosexual, bi-sexual, hetrosexual, getnosexual
από Rusty Andre 22 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×