Top Definition
A person whom looses all self control in party situations. One whom says 'Your Mom'. One whom trades punches while trashed.
Joe - Dude that wasn't very cool.
Steve - YOUR MOM!
Joe - Your such a Giddens.

Hey check out that guy over there, punching people in the arms. He is such a Giddens.
από adum yoza 1 Μάρτιος 2004
5 Words related to Giddens

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.