noun - a group of girls. more than three, but less than ten.
that giggle of girls was having a shopgasm all day long!
από al gee 28 Απρίλιος 2007
sarcastic response to a question
You're 'aving a giggle aint ya?
από Zani 23 Σεπτέμβριος 2003
to google nonchalantly
I giggled and GISed for winnebago man's demise.
από Yugdesiral 3 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×