Top Definition
Gigglier is defined as the idiotic spelling of more giggly...used only be retarded half-breeds
That guy is a gigglier version of Jimmy Fallon.
από Ben Konowitz 18 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Gigglier

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×