Top Definition
A high person who can't stop laughing.
Dave was a Giggly Puff after the night at the club.
από TheSpotty007 20 Νοέμβριος 2014
A puffy piece of jiggle used by Irish hippies to help conquer the invasion of Jewish immigrants watching midget porn.
Irish hippie: "Dude, we need some gigglypuff for those stupid Jews!"
από Jewish Nightmare 10 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.