Top Definition
The act of masturbating during working hours or in the workplace, and hence being paid while completing the duty.
The hot intern bent over to pick up some papers earlier. It gave me a massive erection so I had to sneak off for a gigolo wank to correct myself.
από Bruce Foreskin 9 Αύγουστος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.