Top Definition
Glodlint, n.

1. A female capable of stealing time and money, much like a succubus steals souls, without any protest from the male.
Damn, did she really get Taylor to spend 7 hours on the phone with her each night for the past three weeks? What a glodlint.
από Lothario 14 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×