Top Definition
To ramble excessively with no moral accountability.
Due to his impaired state of judgement, he began to glofk all night.
από Garrett S. M. 20 Οκτώβριος 2007
5 Words related to Glofk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.