Top Definition
Oral sex or "giving head" in a loud manner which is disturbing to others around you.
Also a slam down on someone who is rather annoying or "special"
"that girl gave me hench gobnosh last night"

"fuck off gobnosh"

kerry gives bare gobnosh
από waste kerrie and waste jamie 30 Ιούλιος 2008
5 Words related to Gobnosh

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×