Top Definition
The involuntary movements made by the taste and feeling of injesting alcohol.
That shot of whiskey gave me the worst god bomb.
από Mayernick 26 Μάιος 2006
1 more definition
Polite, slang term for "Goddammit."
Mike dropped a god bomb when he stubbed his toe.
από Stud 11 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×