Top Definition
The act of refusing to have sex because of a religious duty or commitment, commonly seen by hot Catholic Latinas that refuse to put out, but act like sluts. Side effects include blueballs and newly converted atheists.
Ouch dude. That's a hell of a Godblocking.
από MaryGoRound 6 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.