n. A person who creates art from items found in nature.

v. The act of taking a normal stone/rock from nature and creatively giving it life as a pet rock.

adj. Creative
Dude, he totally gogied that rock.

That gogie is a genius.

That artist is so gogie, he has it oozing from his pores.
από Oggiegogie 6 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×