Top Definition
an expression of sexual pleasure or sexual object
ex. 1: I goijked all over myself. ex. 2 that sex was so goijk i freakin goijk sex itself. can also be used as an adj, verb, or noun. ex. her goijk was so goijky i goijked. yes indeed
από wiggle dick 31 Δεκέμβριος 2009
6 Words related to Goijk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×