An interjection used to express pain, boredom, or indifference.
Kyle: Wake up. We gotta edit the movie.
Pierce: Ugh... goik.
Tommy: Goik.
από Piercey13 8 Ιανουάριος 2011
someone who is so chronically dull that they eventually bore themselves to death
Who is that Goik?
That's Simon, he's so dull he will bore himself to death.
από Baxclarrtay 21 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×