Top Definition
Golden Gordon (n) - an occurance involving Alex Goldwater (Gordon) making a fool of himself and not realising, causing much amusement to all about.
Gordon holding a cup of coffee, then being asked the time. He proceeds to turn his wrist to look at his watch, simultaneously pouring coffee all over himself.
από Mitch 2 Σεπτέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.