Top Definition
A person who becomes arroused by their own image.
I looked at myself in the mirror, pitched a tent, and became a gomersexual.
από KaptinKrunch 13 Αύγουστος 2004
5 Words related to Gomersexual
an idiot who will only have sexual relations with another idiot
laura bush, after discovering her husband in bed with dick cheney, cried out...i always knew i was married to a gomersexual!!!
από dan13 6 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×