Top Definition
Grabler: An individual with the ability to grab, knock over or steal anything that gets in their way and/or appealing to said indiviual.
Person A: DID YOU JUST TAKE MY LUNCH GRABLER?
Grabler: Yes, yes I did.
Bi-standard: The Grabler stikes again.
από TaylorGangGurl 17 Μάιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×