noun: one, usually being a grandpa, who excels are barbecuing.
My Grampy will BBQ for you!
από suckafishhh 16 Νοέμβριος 2008
Adjective: The attitude one exudes when having menstrual cramps, and being grumpy (ill-tempered, irritable, grouchy) because of it: Grampy.
Example: Sorry I was so Grampy this morning, baby, but I have PMS, and my cramps are really bad today.
από Fatboy67 28 Σεπτέμβριος 2013
Grampy is another way of saying Grandpa or Grandfather
My grandparents are called Grampy and Nana
από HolmbergHeart 14 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×