Top Definition
A meal consisting of equal parts granola and yogurt, usually bought at a whole food store and eaten by "granolas" "hippies" and the folks that carry their own shopping bags to the store.
από wildalaskanbeard 15 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Granogurt

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×