Top Definition
A measurement of the consumption of a large quantity of Grandmother home cooking and / or pantry material.
"Went round to Rick's last night, I got a harsh Granscran from his family and couldn't eat any of my dinner. Word."
από Canen 21 Νοέμβριος 2008
5 Words related to Granscran

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.