Top Definition
the act of unsuccessfully atempting suicide 2 or more times, or a result of failing at everything
She is so bad at everything, she even Gravelined herself.
από BBCHS_GENIUS 15 Ιανουάριος 2010
5 Words related to Gravelined

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.