Top Definition
an unfortunate bob cut or bowl cut
Dale wanted to get his hair cut for a long time. He told the barber to keep cutting, but he cut it into a gren and told him it looked good. Dale's wife disagreed
από GrenMama 13 Φεβρουάριος 2010
1 Word related to Gren

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×