Top Definition
Unable to cook food on a grill or barbecue.
When Bob returned from the barbecue with a plate of burnt steaks, it was obvious that he was grilliterate.
από Dave Tucker 9 Απρίλιος 2008
7 Words related to Grilliterate
The state of knowing nothing about grills or grilling.
Amanda looked at the grill and had no clue about how to turn it on, proving that she was grilliterate.
από "Toaster" 19 Ιούλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.